
Τον τελευταίο μήνα έχουν δημοσιευτεί αμέτρητες καταγγελίες σεξουαλικής, σωματικής και ψυχολογικής κακοποίησης στις οποίες οι θύτες προέρχονται από καλλιτεχνικούς, αθλητικούς, εργασιακούς και πολιτικούς χώρους. Πρόκειται για άτομα σε θέσεις εξουσίας που επέλεξαν να κακοποιήσουν. Η μία καταγγελία έδωσε φωνή στην επόμενη κι έτσι άνοιξε το καπάκι ενός βόθρου, που η πλειοψηφία του κοινωνικού σώματος αγνοεί επιδεικτικά ή τον αναπαράγει και τον συγκαλύπτει επίσης συστηματικά επί χρόνια. Στο πρώτο δίμηνο του 2021 άνοιξε ο φάκελος έμφυλη βία στο δημόσιο λόγο. Και αυτό συνέβη γιατί κατήγγειλαν τις τραυματικές τους εμπειρίες γυναίκες και άντρες που αποτελούν δημόσια πρόσωπα. Οι αντιδράσεις πολύ κόσμου απέναντι σε αυτές τις καταγγελίες κινήθηκαν στα ίδια στερεοτυπικά μοτίβα που συναντάμε σε κάθε καταγγελία έμφυλης βίας. Απαξίωση, χλευασμός των επιζώντων, προσπάθεια απόδοσης κρυμμένων συμφερόντων πίσω από την στοχοποίηση των καταγγελλόμενων, είναι λίγα από τα κλασσικά στοιχεία των απολογητών και απολογητριών της πατριαρχίας. Continue reading “Η σιωπή όταν σπάει κάνει θόρυβο…”

Καταγγέλλουμε τη δολοφονία του George Floyd από τα χέρια αστυνομικών της Μινεάπολις, μια ακόμη ρατσιστική πράξη μέσα στην καρδιά μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης του κόσμου. Αυτό το συμβάν προστίθεται στις αναρίθμητες δολοφονίες έγχρωμων και αφρικανικής καταγωγής πληθυσμών στις ηνωμένες πολιτείες, που διαιωνίζονται αδιάλειπτα από την εποχή της σκλαβιάς μέχρι σήμερα. Κατά την διακυβέρνηση Ομπάμα διεπράχθησαν δεκάδες δολοφονίες νεαρών μαύρων, κάτι που μας θυμίζει παρόμοιες εποχές ρατσισμού στις δεκαετίες 1950 και 1960.
Η παρούσα συλλογική προσπάθεια, αποτελεί το επιστέγασμα ενός κύκλου εσωτερικών συζητήσεων. Στα μέσα Μάρτη, αποκωδικοποιώντας την «βήμα-βήμα» κρατική διαχείριση, της από τον Π.Ο.Υ. κηρυχθείσας πανδημίας, αντιληφθήκαμε ότι μια εντελώς νέα πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνθήκη βρισκόταν μπροστά μας. Στις 23 Μάρτη η συνθήκη αυτή επιβεβαιώθηκε. Σε μερικές μέρες ή βδομάδες από σήμερα, ενδέχεται να αρθούν κάποια από τα περιοριστικά μέτρα που έχει επιβάλλει το καθεστώς. Κατά την εκτίμησή μας, μια τέτοια κίνηση από πλευράς κράτους, είναι βραχυπρόθεσμα αναμενόμενη και δεν τροποποιεί τον πυρήνα του μακροχρόνιου σχεδιασμού του, συνεπώς ούτε την αντίστοιχη ιχνηλάτιση του σύγχρονου φασισμού που επιχειρούμε μέσα από αυτή την μπροσούρα. Ένα ελατήριο, για να καταφέρεις να το συμπιέσεις με ασφάλεια στο maximum χωρίς να κινδυνεύεις από απότομη θραύση, είναι σοφότερο να ακολουθείς σταδιακούς και επαναλαμβανόμενους κύκλους φόρτισης-αποφόρτισης, όπου κάθε αποφόρτιση θα είναι πολύ μικρότερης κλίμακας σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη φόρτιση. Η ελευθερία είναι ένα ελατήριο…
Την Δευτέρα 23 Σεπτέμβρη νωρίς το πρωί διαπιστώσαμε ότι η πινακίδα της Λέσχης στην είσοδο του κτιρίου είχε γραφτεί. Δεν ήταν φασιστικά συνθήματα, στοχάδια κλπ όπως θα ήταν το πιο πιθανό και αναμενόμενο. Ήταν «άλλου τύπου» επίθεση, με πολύ συγκεκριμένο και δηλωτικό περιεχόμενο. Σκοπός δεν ήταν απλά να μουτζουρωθεί η πινακίδα ώστε να μην διαβάζεται. Ήταν να δηλωθεί ότι δεν είμαστε ελευθεριακοί/ές αλλά ρουφιάνοι. Αυτή η συγκεκριμένη «ρητορική» της ρουφιανολογίας χρησιμοποιείται συστηματικά εναντίον συντρόφων και συντροφισσών, ανάμεσα τους και συντρόφισσες/οι μέλη της διαχειριστικής συνέλευσης της Ελευθεριακής Λέσχης Βόλου, εδώ και πάνω από 3 χρόνια σε παρέες και στέκια, από συγκεκριμένους «κινηματικούς» μικροηγεμόνες και πολιτικούς χαμαιλέοντες της πόλης.
Την Τρίτη 17 Σεπτέμβρη στις 19:00’, στην
Μετράμε συνεχόμενους και ασταμάτητους ταξικούς θανάτους, είτε εν ώρα εργασίας είτε από φτώχεια και εξαθλίωση. Η γκρίζα καθημερινότητά μας είναι γεμάτη με νεκρούς ντελιβεράδες στην άσφαλτο, με απολυμένες καθαρίστριες, με σερβιτόρες που δουλεύουν μαύρα με μισθούς ανασφάλειας, με μετανάστες «αόρατους» και αναλώσιμους κι άλλα πολλά που μας υπενθυμίζουν πως επιβιώνουμε οριακά μέσα στην δυστοπία της ταξικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Μέσα σε αυτή την μέγγενη που ζούμε, έρχονται και οι εκλογές. Κι ενώ οι νεκροί της τάξης μας πληθαίνουν, οι πολιτικοί εκφραστές της κυριαρχίας (αριστεροί και δεξιοί) απευθύνονται προεκλογικά στα κοινωνικά μεσοστρώματα ζητώντας τους ψήφο εμπιστοσύνης και πολιτικής νομιμοποίησης του καθεστώτος, στο όνομα της μελλοντικής ανάπτυξης των κερδών και των εισοδημάτων τους. Πλειοδοτούν σε υποσχέσεις και αφηγήσεις οικονομικών πλάνων, για να συνεχίσουν να μας καταπιέζουν, να μας εκμεταλλεύονται, για να συνεχίζουν να κερδίζουν πάνω στις πλάτες μας και να διαλύουν τις ζωές μας.
Η επόμενη στάση του
Την Παρασκευή 8 Μάρτη στο Βόλο, ο 33χρονος ντελιβεράς Γιώργος Βαμβάκος, πέφτει βαριά τραυματισμένος στην άσφαλτο, στην διαδρομή για την γρήγορη παράδοση μιας παραγγελίας. Πάλεψε με τον θάνατο νοσηλευόμενος στην ΜΕΘ του νοσοκομείου Βόλου, αλλα δυστυχώς δεν κατάφερε να τον νικήσει… Δεν ήταν η πρώτη και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία εργατική δολοφονία της χρονιάς. Οι θάνατοι από εργατικά «ατυχήματα» γίνονται όλο και πιο συχνοί. Η περιβόητη «εθνική ανάπτυξη» που νυχθημερόν προπαγανδίζουν από τα μμε οι εκπρόσωποι κράτους και κεφαλαίου, απαιτεί θυσίες, απαιτεί ακόμα και τις ίδιες τις ζωές μας. Απαιτεί να δουλεύουμε το πολύ για 3 και 4 ευρώ την ώρα, συνήθως ανασφάλιστοι/ες, η με μερική ασφάλιση (4ωρα), να περιμένουμε να πληρωθούμε όποτε το αποφασίσει η εργοδοσία, να τρέχουμε σαν κολα-σμένοι/ες κάνοντας απλήρωτες υπερωρίες, για να μαζέψουμε όσο πιο πολύ κέρδος γίνεται για τα αφεντικά μας. Μέσα σε συνθήκες αυξημένης ανεργίας και ηγεμονίας της μαύρης-αδήλωτης εργασίας, η εργατική μας δύναμη συνεχώς υποτιμάται. Οι μισθοί και τα μεροκάματα πέφτουν, τα αφεντικά γίνονται όλο και πιο αδίστακτα στο κυνήγι του κέρδους.
Μέσα σε διάστημα λίγων μόνο μηνών, αναδεινύονται με συνεχή και ασταμάτητο ρυθμό πανελλαδικά στην δημόσια σφαίρα, γυναικοκτονίες, βιασμοί και κακοποιήσεις. Η ψυχική δύναμη που άντλησαν τα υποκείμενα που επιβίωσαν της πατριαρχικής βίας, η ηθική στήριξη που έλαβαν μέσα από οικογενειακές, φιλικές και συντροφικές διαδικασίες ενθάρρυνσης, βοήθησε σημαντικά στο να σπάσουν την σιωπή που κοινωνικά επιβάλει στα αμέτρητα θύματά του ο φασιστικός ζόφος της πατριαρχίας. Η κάθε μία επιζήσασα παίρνει δύναμη από την προηγούμενη που ξεπέρασε την αυτοενοχοποίηση και την αυτοαπαξίωση, εκθέτοντας το βίωμά της. Ακολουθώντας τον δρόμο της ρήξης με την δυστοπία της πατριαρχικής κανονικότητας, αρκετές γυναίκες κατάφεραν να βρούν την δύναμη για να σπάσουν την σιωπή τους, συγκρουόμενες με τους θεσμικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που συγκαλύπτουν τους θύτες και που ταυτόχρονα συκοφαντούν και στιγματίζουν τα θύματα των σεξιστικών εγκλημάτων. Πρόκειται για μια συνθήκη κυριαρχικής επιβολής, που αποτελεί τον κανόνα θεσμικής και κοινωνικής διαχείρισης των περιστατικών πατριαρχικής βίας από ολόκληρες κοινότητες, ακόμα και από αυτοαποκαλούμενες ως «ριζοσπαστικές». Οι επιζήσασες άντλησαν την δύναμη που χρειάζονταν, για να καταγγείλουν τα πατριαρχικά σιχάματα που επέβαλλαν ωμή σεξιστική βία πάνω στα κορμιά τους.